διασκέδασις

διασκέδ-ᾰσις, εως, ,
A scattering, Thd.Is.24.19.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκεδάσει — διασκέδασις scattering fem nom/voc/acc dual (attic epic) διασκεδάσεϊ , διασκέδασις scattering fem dat sg (epic) διασκέδασις scattering fem dat sg (attic ionic) διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj act 3rd sg (epic) διασκεδάννυμι scatter abroad… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάσεις — διασκέδασις scattering fem nom/voc pl (attic epic) διασκέδασις scattering fem nom/acc pl (attic) διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj act 2nd sg (epic) διασκεδάννυμι scatter abroad fut ind act 2nd sg διασκεδάζω disperse aor subj act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάσεσιν — διασκέδασις scattering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάσηι — διασκέδασις scattering fem dat sg (epic) διασκεδάσῃ , διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj mid 2nd sg διασκεδάσῃ , διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj act 3rd sg διασκεδάσῃ , διασκεδάννυμι scatter abroad fut ind mid 2nd sg διασκεδάσῃ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέδασιν — διασκέδασις scattering fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκέδαση — η (AM διασκέδασις) νεοελλ. 1. ψυχαγωγία, τέρψη 2. ευωχία, γλέντι αρχ. μσν. διασπορά, διασκορπισμός …   Dictionary of Greek

  • διασκεδάσῃ — διασκεδάσηι , διασκέδασις scattering fem dat sg (epic) διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj mid 2nd sg διασκεδάννυμι scatter abroad aor subj act 3rd sg διασκεδάννυμι scatter abroad fut ind mid 2nd sg διασκεδάζω disperse aor subj mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.